Στεγαστική κρίση στην Ελλάδα: Όταν το ενοίκιο "ροκανίζει" τον μισθό - Στα 32 ευρώ η κρατική δαπάνη ανά πολίτη
Η κατοικία στην Ελλάδα του 2026 έχει μετατραπεί από αυτονόητο κοινωνικό αγαθό σε μια δυσβάσταχτη πολυτέλεια, με τα ενοίκια να απογειώνονται και τους μισθούς να μένουν καθηλωμένοι.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, η στεγαστική κρίση λαμβάνει δραματικές διαστάσεις. Οι αυξήσεις στα ενοίκια τρέχουν με ρυθμούς που όχι απλά δεν συμβαδίζουν, αλλά έχουν αποσυνδεθεί πλήρως από την πραγματική πορεία των εισοδημάτων. Για έναν μέσο εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα, η μηνιαία δαπάνη για στέγαση μπορεί πλέον να απορροφά από 45% έως και 50% του καθαρού μισθού του. Υπό αυτές τις συνθήκες, η συζήτηση στην ελληνική κοινωνία δεν αφορά πια την αποταμίευση ή τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, αλλά την πρωταρχική αγωνία της κάλυψης του ενοικίου και των λογαριασμών.
Ανεπαρκείς κρατικές παρεμβάσεις
Το κυβερνητικό αφήγημα περί "στοχευμένων παρεμβάσεων" φαίνεται να καταρρέει παταγωδώς μπροστά στην πραγματικότητα. Το στεγαστικό επίδομα, παρά τις εξαγγελίες, κρίνεται απολύτως ανεπαρκές. Τα ποσά που τελικά χορηγούνται στους δικαιούχους είναι εξαιρετικά περιορισμένα σε σύγκριση με τις τρέχουσες τιμές της αγοράς ακινήτων. Παράλληλα, τα αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια λειτουργούν αποκλειστικά, αφήνοντας εκτός χιλιάδες νοικοκυριά που, χωρίς να ανήκουν στα φτωχότερα στρώματα, βρίσκονται υπό ασφυκτική οικονομική πίεση.
Αντί για ουσιαστικές λύσεις, η πολιτική ηγεσία επιμένει στη διοχέτευση τεράστιων ποσών προς το τραπεζικό σύστημα, με πρόσχημα την επιδότηση επιτοκίων μέσω προγραμμάτων όπως τα "Σπίτι μου Ι" και "Σπίτι μου ΙΙ". Τα προγράμματα αυτά, ωστόσο, έχουν ωφελήσει ελάχιστους πολίτες, καθώς τα αυστηρά κριτήρια ένταξης σε συνδυασμό με τη σοβαρή έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων προς πώληση καθιστούν την πρόσβαση σχεδόν αδύνατη. Το αποτέλεσμα είναι η στεγαστική κρίση όχι μόνο να μην αντιμετωπίζεται, αλλά να διογκώνεται διαρκώς.
Διεθνείς δείκτες και ελληνική πραγματικότητα
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα καταγράφει μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη όσον αφορά την κρατική μέριμνα για τη στέγαση. Η χώρα μας δαπανά ετησίως μόλις 32 ευρώ ανά πολίτη για κοινωνική κατοικία και στεγαστικές πολιτικές, έναντι 148 ευρώ ανά πολίτη που είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως η Ελλάδα διαθέτει σχεδόν πέντε φορές λιγότερους πόρους σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αποδεικνύοντας πως το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον.
Η ενεργειακή κρίση, η συνεχιζόμενη ακρίβεια και οι αυξήσεις στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων έχουν επιβαρύνει ακόμα περισσότερο ένα ήδη φορτωμένο οικογενειακό προϋπολογισμό. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το ποσοστό των πολιτών που δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση παραμένει υψηλό, ωστόσο στην Ελλάδα η ένταση του φαινομένου είναι δραματικά μεγαλύτερη. Η δεκαετής οικονομική κρίση των Μνημονίων "πάγωσε" τους μισθούς, ενώ οι τιμές των ακινήτων και των ενοικίων ακολούθησαν ανοδική τροχιά, εναρμονιζόμενες με τις διεθνείς τάσεις αλλά όχι με την εγχώρια αγοραστική δύναμη.
Το "καυτό" ζήτημα της στέγης αναδεικνύεται πλέον σε βασικό πυλώνα κοινωνικής ανισότητας, την ώρα που τα κυβερνητικά αφηγήματα περί "επιστροφής των υπερπλεονασμάτων" και "κοινωνικών μερισμάτων" μοιάζουν κενά περιεχομένου μπροστά στην αγωνία εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών να διατηρήσουν μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους.
