Άτοκο δάνειο στην Ουκρανία, αιώνια χρέη στην Ελλάδα: Η σκληρή σύγκριση που προκαλεί πολιτικό σεισμό
Η πρόσφατη απόφαση για άτοκη χρηματοδότηση της Ουκρανίας από την ΕΕ προκάλεσε έναν πραγματικό πολιτικό σεισμό στην Ελλάδα, αναζωπυρώνοντας την πικρή μνήμη των τριών Μνημονίων. Η σύγκριση είναι άμεση και δύσκολη: ενώ η Ελλάδα βυθίστηκε σε μια δεκαετία βαθιάς κρίσης με αυστηρούς όρους, η Ουκρανία λαμβάνει σήμερα άτοκα δάνεια με πολύ διαφορετική μεταχείριση.
Τα Μνημόνια και η Ελληνική Εμπειρία
Για την Ελλάδα, η διαδικασία διάσωσης συνοδεύτηκε από τρία διαδοχικά Μνημόνια, τα οποία επέφεραν μια χρεοκοπιακή συνταγή: εξώδικες περικοπές, κατακόρυφη αύξηση της φορολογίας, πώληση δημοσίου περιουσιακού στοιχείου και τραβηγμένη στην πάροδο του χρόνου οικονομική επιτήρηση. Το βάρος της κρίσης μεταφέρθηκε ολοκληρωτικά στους ώμους των πολιτών, με συνέπειες που γίνονται αισθητές ακόμη και σήμερα. Το πιο τραυματικό στοιχείο είναι ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεσμεύουν τη χώρα και τους πολίτες της έως το 2115, δημιουργώντας ένα απλώς αιώνιο χρέος.
Η Ουκρανία και ο «Πακτωλός» Άτοκης Στήριξης
Αντίθετα, η πρόσφατη απόφαση της ΕΕ, με την υπογραφή και της ελληνικής κυβέρνησης, παρέχει στην Ουκρανία άτοκο δάνειο. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δε θα πληρώσει επιπλέον τόκους για τα δανεικά χρήματα, κάτι που μειώνει δραματικά το τελικό κόστος και το μέλλον βάρος του χρέους. Επιπλέον, η χρηματοδότηση αυτή δεν συνοδεύεται από τους αυστηρούς όρους, τις δραστιανές μεταρρυθμίσεις και την απευθείας επιτήρηση που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα.
Δύο Μέτρα και Δύο Σταθμά στη Διεθνή Πολιτική;
Η αντίθεση είναι εμφανής και προκαλεί έντονα συναισθήματα. Δημιουργεί την αίσθηση ότι εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά στη διεθνή οικονομική πολιτική. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η διαχείριση της κρίσης επικεντρώθηκε στην αυστηρή πειθαρχία και την πλήρη αποπληρωμή των δανειστών. Για την Ουκρανία, η προοπτική είναι διαφορετική: η στήριξη ερμηνεύεται ως γεωπολιτική και ανθρωπιστική αναγκαιότητα, με τους όρους να ρυθμίζονται ανάλογα.
Αυτή η σύγκριση δεν αφορά μόνο οικονομικά. Αφορά βαθύτερα την αίσθηση της δικαιοσύνης και της ισότητας μεταξύ των ευρωπαϊκών εταίρων. Εγείρει το ερώτημα: γιατί μια χώρα μέλος της ΕΕ υποβλήθηκε σε τέτοια σκληρή μεταχείριση, ενώ σε μια τρίτη χώρα, αν και σε πόλεμο, προσφέρεται μια πολύ πιο ελαστική οδός; Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στις γεωπολιτικές αναγκαιότητες της στιγμής, κάτι που όμως για πολλούς Έλληνες δεν απαλύνει το αίσθημα της βαθιάς ανισότητας.
